BosanskiМакедонскиRomânăSrpskiShqipБългарскиEnglish

Σύριοι πρόσφυγες εγκαταλείπουν τη Βουλγαρία αναζητώντας τον παράδεισό τους στη Γερμανία

Krasimir Yankov Σόφια, Καζανλάκ, Ντόρτμουντ και Γκελνχάουζεν

Πολλοί Σύριοι χρησιμοποιούν τη Βουλγαρία ως ενδιάμεσο σταθμό στο ταξίδι τους για την κεντρική Ευρώπη - αν και οι κανονισμοί της ΕΕ ορίζουν πως οι πρόσφυγες δεν πρέπει να μετακινούνται.

Η «Αγορά των Κυριών» είναι ένα τμήμα της Σόφιας, που είναι δημοφιλές ανάμεσα στους μετανάστες από τη Μέση Ανατολή

Φωτογραφία: Krasimir Yankov

Τα τελευταία λόγια του κηρύγματος της πρόσκλησης σε προσευχή σιγά σιγά ανακατεύονταν με τον θόρυβο του δρόμου την ώρα που το ταξί σταμάτησε, ένα ζεστό απόγευμα του Ιουνίου. Ο Ali Najaf κοίταξε τριγύρω και πάτησε στον λιθόστρωτο δρόμο. Τα σκούρα καστανά του μάτια σάρωσαν τους πάγκους και τα μαγαζιά της Αγοράς των Κυριών, ενός ζωντανού κομματιού της πρωτεύουσας της Βουλγαρίας, Σόφια.

Η περιοχή είναι δημοφιλής μεταξύ των μεταναστών από την Μέση Ανατολή και δεν πήρε πολύ στον Ali να βρει κάποιον που να μιλάει τις μητρικές του γλώσσες, κουρδικά και αραβικά.

«Εδώ είναι απ’ όπου παίρνουν τους πρόσφυγες για Γερμάνια;», ρώτησε χαμηλόφωνα ο Ali, δύο άντρες που άραζαν στα σκαλοπάτια ενός μαγαζιού με ρούχα από δεύτερο χέρι. Μετά από ένα νεύμα προς το μέρος της πόρτας, ο Ali στριμώχτηκε μαζί με τα μπαγκάζια του στην είσοδο του μαγαζιού. Όλη η οικογενειακή περιουσία του Ali είχε στριμωχτεί σε δύο τσάντες πλάτης, μια μικρή βαλίτσα και μια σακούλα σουπερμάρκετ. Ο Ali, η μητέρα του, ο αδερφός και οι δύο αδερφές του ήταν έτοιμοι να μετακινηθούν ακόμα μια φορά.

Ο Ali και η οικογένειά του, τον οποίvν τα ονόματα σ’ αυτή την ιστορία άλλαξαν μετά από αίτημά τους, είναι μεταξύ των χιλιάδων Σύριων οι οποίοι εγκαταλείπουν μαζικά τη χώρα τους εξαιτίας του Εμφυλίου πολέμου και οι οποίοι ζήτησαν άσυλο στην Βουλγαρία την προηγούμενη χρονιά για να ταξιδέψουν μετά στη υπόλοιπη Ευρώπη σε αναζήτηση μιας καλύτερης ζωής. Η ιστορία του ταξιδιού τους αποκαλύπτει τόσο τις δυσκολίες που αντιμετώπισαν όσο και το χάσμα ανάμεσα στην πολιτική ασύλου της ΕΕ και την πραγματικότητα.

Για να γνωστοποιήσει τις εμπειρίες τους, το BIRN παρακολούθησε την πορεία της εξέλιξης της οικογένειας του Ali και άλλων προσφύγων από το τέλος του προηγούμενου χρόνου επισκεπτόμενο αυτούς στη Βουλγαρία και στη Γερμανία αλλά και λαμβάνοντας ενημέρωση από το τηλέφωνο και τα κοινωνικά δίκτυα. Επίσης, το BIRN πήρε συνεντεύξεις από αξιωματούχους που ασχολούνται με πρόσφυγες και στις δύο χώρες,  κυρίως για το θέμα των προκλήσεων που αντιμετωπίζουν.

Ο Ali είναι ένας ξερακιανός 25χρονος Κούρδος φοιτητής με κατάμαυρα μαλλιά. Ο πατέρας του πέθανε όταν ο Ali ήταν μικρός, πίσω στη Rojava, έτσι όπως αποκαλούν οι Κούρδοι την πατρίδα τους στη Συρία. Η γνώση της αγγλικής γλώσσας τον έκανε αδιαμφισβήτητο αρχηγό της οικογένειας από τότε που μετατράπηκαν σε πρόσφυγες και αυτός προσπαθεί να αποπνέει έναν αέρα σιγουριάς και ελέγχου της κατάστασης.

Πίσω στη Συρία, ο Ali σπούδαζε μηχανικός εξόρυξης πετρελαίου στην πόλη Homs. Το καλοκαίρι του 2013, επέστρεφε στην πόλη του μετά το τέλος της εξεταστικής, όταν μασκοφόροι μαχητές σταμάτησαν το λεωφορείο στο οποίο επέβαινε.

«Είπαν σε όλα τα αγόρια να κατέβουν και απειλούσαν να μας κόψουν τα λαρύγγια αν δεν τους λέγαμε αυτά που ήθελαν να μάθουν. Αλλά δεν ήξερα να απαντήσω καμιά από τις ερωτήσεις τους», θυμάται ο Ali.

Οι νεαροί άντρες αφέθηκαν μετά από πέντε μέρες αιχμαλωσίας. Κάποιον καιρό μετά, ένα αεροσκάφος βομβάρδισε το κρησφύγετο των μαχητών και η ομάδα τους υποπτεύθηκε πως ο Ali και οι άλλοι αιχμάλωτοι είπαν στο συριακό καθεστώς που να επιτεθεί.

«Μας επικήρυξαν έναντι χρηματικής αμοιβής, άρα έπρεπε να φύγουμε από τη χώρα», μας λέει ο Ali.

Η οικογένεια εγκατέλειψε βιαστικά τη Συρία χάρη στη βοήθεια ενός φίλου που τους πέρασε στα σύνορα με την Τουρκία και μετά, με ένα λεωφορείο έφτασαν στην Κωνσταντινούπολη, όπου και έκατσαν περίπου ένα μήνα. Στα τέλη του 2013, ένας λαθρέμπορος πήγε την οικογένεια στα σύνορα με τη Βουλγαρία και τους κατεύθυνε σε ένα παλιό μονοπάτι που χρησιμοποιούσαν οι ξυλοκόποι για να διασχίζουν το δάσος, ένα μονοπάτι για την ΕΕ.

Εκείνο τον καιρό και με τους πρόσφυγες στην Τουρκία να αντιμετωπίζουν αυξανόμενα δύσκολες συνθήκες, χιλιάδες Σύριοι και άλλοι ζητούντες άσυλο, διέσχισαν την ίδια, μήκους 30 χιλιομέτρων, λωρίδα γης. Η περιοχή κοντά στο συνοριακό φυλάκιο του Lesovo είναι βραχώδης και δασική, κάνοντας πολύ δύσκολο το έργο του εντοπισμού ανθρώπων μέσω των θερμικών καμερών.

Η εισροή αυτή σταμάτησε μετά την ανάπτυξη περισσότερων από χιλίων αστυνομικών κατά μήκος των συνόρων, το Νοέμβριο. Η κυβέρνηση ολοκλήρωσε την κατασκευή ενός μεγάλου, ακανθώδους, ηλεκτρικού φράκτη , σε αυτό το τμήμα των συνόρων, φέτος τον Ιούλιο.

Έλεγχος πραγματικότητας

Οι πρώτες εντυπώσεις του Ali από την ΕΕ δεν ανταποκρίθηκαν στις προσδοκίες του. Η Βουλγαρία είναι το φτωχότερο από τα 28 κράτη-μέλη, και έχει παλέψει να ανταπεξέλθει στην άφιξη σχεδόν 11.000 ανθρώπων, οι περισσότεροι των οποίων Σύριοι, αν και αποτελούν μόνο μια ελάχιστη μερίδα από τα 3 εκατομμύρια Σύριους που εγκατέλειψαν τη χώρα από την έναρξη του πολέμου το 2011.

«Σε μόλις λίγες εβδομάδες η κατάσταση έγινε τόσο τρομερή που όλα τα κέντρα ήταν υπερπλήρη και οι άνθρωποι κοιμόντουσαν μέχρι και ανά 20 σε κάθε δωμάτιο… στους διαδρόμους των κέντρων, ακόμα και έξω από αυτά», μας δήλωσε ο Boris Cheshirkov , εκπρόσωπος της Ύπατης Αρμοστείας του ΟΗΕ για τους πρόσφυγες, στη Σόφια. «Η Βουλγαρία ήταν τελείως απροετοίμαστη για να διαχειριστεί την εισροή».

Μετά την αποστολή αιτήσεων για παροχή ασύλου, ο Ali και η οικογένειά του μεταφέρθηκαν στον καταυλισμό προσφύγων του Harmanli, κάτι εγκαταλελειμμένους στρατώνες περίπου 60χλμ από τα σύνορα, οι οποίοι είχαν βιαστικά επισκευαστεί ώστε να διευκολύνουν την κατάσταση με τον συνωστισμό που υπήρχε σε άλλα μέρη. Ψιλόβροχο έπεφτε ήδη από τους γκρίζους ουρανούς και η αυλή είχε μετατραπεί σε ένα λάκκο με λάσπη την ώρα που ο Αλί έφτασε.

Δεδομένου ότι τα κτίρια ήταν βρώμικα, υγρά και επικίνδυνα, οι πρόσφυγες είχαν αρχικά τοποθετηθεί σε στρατιωτικές σκηνές και τροποποιημένα κοντέινερ χωρίς να έχουν πρόσβαση σε τουαλέτες, νερό ή ηλεκτρικό ρεύμα.

«Μείναμε έτσι για δύο εβδομάδες», μας διηγήθηκε ο Ali δείχνοντας φωτογραφίες και βίντεο στο κινητό του. Σε κάποιες, αυτός και οι φίλοι του αστειεύονται και χαμογελούν. Σε άλλες, κρατάνε μωρά, τουρτουρίζοντας από το κρύο, ενώ οι γυναίκες ετοιμάζουν φαγητό έχοντας ανάψει φωτιές. Οι μόνες παρούσες αρχές ήταν μια ντουζίνα σιωπηλοί αστυνομικοί και ο τότε διευθυντής του καταυλισμού, ένας πρώην στρατιωτικός, μισητός στους πρόσφυγες.

 
 Σύριοι πρόσφυγες ξαναζούν τις εμπειρίες τους από τη Βουλγαρία και την Ελλάδα

Με τις αρχές βρισκόμενες σε τρικυμία, κάποιοι Βούλγαροι πολίτες και φιλανθρωπικά ιδρύματα παρενέβησαν για να βοηθήσουν, παρέχοντας φαγητό και ρούχα και προσπαθώντας να βελτιώσουν τις συνθήκες στους καταυλισμούς. Αλλά η άφιξη των προσφύγων οδήγησε επίσης σε αύξηση του ρατσιστικού αισθήματος.

Ο ηγέτης ενός μικρού αλλά θορυβώδους εθνικιστικού κόμματος κάλεσε για «καθαρισμό της πόλης» και για «πράξεις αυτοάμυνας» που πρέπει να παρθούν στη Σόφια. Στην τηλεοπτική της εκπομπή, μια βουλευτής από ένα κόμμα που λέει ότι αντιπροσωπεύει τις Ορθόδοξες χριστιανικές αξίες, κατηγόρησε τους Σύριους ως κομμάτι μιας μυστικής ισλαμικής εισβολής.

Η αστυνομία κατέγραψε μια αύξηση στις επιθέσεις σε άτομα με σκουρότερο δέρμα σε δημόσιους χώρους, όπως στάσεις λεωφορείων και τραμ. Το Νοέμβριο του 2013, δύο άνδρες επιτέθηκαν σε έναν 28χρονο Βούλγαρο τουρκικής εθνικότητας, ενώ επέστρεφε σπίτι του από τη δουλειά, ρίχνοντάς τον σε κώμα.

Τον Απρίλη αυτού του χρόνου, οι κάτοικοι του Rozovo, ενός μικρού χωριού στην κεντρική Βουλγαρία, εκδίωξαν μια 15μελή οικογένεια Συρίων προσφύγων που προσπαθούσε να νοικιάσει ένα σπίτι εκεί. Το Σεπτέμβρη, κάτοικοι του χωριού Kalishte διαμαρτυρήθηκαν ενάντια στο σχέδιο εγγραφής στο τοπικό σχολείο, παιδιών αιτούντων άσυλο, ενώ το τοπικό συμβούλιο ζητούσε εις μάτην το κλείσιμο του κοντινού καταυλισμού προσφύγων ως το τέλος του Οκτώβρη.

“όλοι οι πρόσφυγες προτιμούν να εγκατασταθούν σε χώρες της Δυτικής Ευρώπης ... Είμαστε μονάχα ένας ενδιάμεσος σταθμός”

- Ο Νικολάι Tchirpanliev, ο επικεφαλής της Κρατικής Υπηρεσίας της Βουλγαρίας για τους Πρόσφυγες.

Με τις αρχές βρισκόμενες σε τρικυμία, κάποιοι Βούλγαροι πολίτες και φιλανθρωπικά ιδρύματα παρενέβησαν για να βοηθήσουν, παρέχοντας φαγητό και ρούχα και προσπαθώντας να βελτιώσουν τις συνθήκες στους καταυλισμούς. Αλλά η άφιξη των προσφύγων οδήγησε επίσης σε αύξηση του ρατσιστικού αισθήματος.

Ο ηγέτης ενός μικρού αλλά θορυβώδους εθνικιστικού κόμματος κάλεσε για «καθαρισμό της πόλης» και για «πράξεις αυτοάμυνας» που πρέπει να παρθούν στη Σόφια. Στην τηλεοπτική της εκπομπή, μια βουλευτής από ένα κόμμα που λέει ότι αντιπροσωπεύει τις Ορθόδοξες χριστιανικές αξίες, κατηγόρησε τους Σύριους ως κομμάτι μιας μυστικής ισλαμικής εισβολής.

Η αστυνομία κατέγραψε μια αύξηση στις επιθέσεις σε άτομα με σκουρότερο δέρμα σε δημόσιους χώρους, όπως στάσεις λεωφορείων και τραμ. Το Νοέμβριο του 2013, δύο άνδρες επιτέθηκαν σε έναν 28χρονο Βούλγαρο τουρκικής εθνικότητας, ενώ επέστρεφε σπίτι του από τη δουλειά, ρίχνοντάς τον σε κώμα.

Τον Απρίλη αυτού του χρόνου, οι κάτοικοι του Rozovo, ενός μικρού χωριού στην κεντρική Βουλγαρία, εκδίωξαν μια 15μελή οικογένεια Συρίων προσφύγων που προσπαθούσε να νοικιάσει ένα σπίτι εκεί. Το Σεπτέμβρη, κάτοικοι του χωριού Kalishte διαμαρτυρήθηκαν ενάντια στο σχέδιο εγγραφής στο τοπικό σχολείο, παιδιών αιτούντων άσυλο, ενώ το τοπικό συμβούλιο ζητούσε εις μάτην το κλείσιμο του κοντινού καταυλισμού προσφύγων ως το τέλος του Οκτώβρη.

Ο Νικολάι Tchirpanliev, ο επικεφαλής της Κρατικής Υπηρεσίας της Βουλγαρίας για τους Πρόσφυγες

Φωτογραφία: Krasimir Yankov

Κατά τη διάρκεια της θητείας του, ο αριθμός του προσωπικού των οργανισμών έχει διπλασιαστεί, τα στρατόπεδα έχουν αυξήσει τη χωρητικότητά τους και η διαμονή έχει εναρμονιστεί με τα διεθνή πρότυπα.

«Όλα είναι καθώς πρέπει και... υπό έλεγχο», δηλώνει ο Tchirpanliev με ικανοποίηση.

Ωστόσο, η Βουλγαρία δεν έχει κάποιο πρόγραμμα για να βοηθήσει τους πρόσφυγες να ενσωματωθούν στην κοινωνία. Ένα προηγούμενο σύστημα το οποίο προσέφερε μαθήματα γλώσσας αλλά και μαθητεία, είχε σχεδιαστεί για λιγότερα από 100 άτομα και ολοκληρώθηκε τον περασμένο χρόνο. Ένα νέο πρόγραμμα έχει καταρτισθεί, αλλά δεν έχει ακόμη εφαρμοστεί.

«Για να είμαι ειλικρινής... όλοι οι πρόσφυγες προτιμούν να εγκατασταθούν σε χώρες της Δυτικής Ευρώπης και όχι στη Βουλγαρία, ή οπουδήποτε στα Βαλκάνια», δήλωσε ο Tchirpanliev. «Είμαστε μονάχα ένας ενδιάμεσος σταθμός».

Προορισμός Γερμανία

Για τον Ali και την οικογένειά του, η εκτίμηση αυτή ήταν ακριβής.

«Θέλω να πάω στη Γερμανία, διότι εκεί σου παρέχουν υποστήριξη και πληρώνουν για την εκπαίδευσή σου. Θέλω να πάρω το πτυχίο μου και στη συνέχεια να φέρω την αγαπημένη μου από τη Συρία, ώστε να μπορέσουμε να παντρευτούμε και να κάνουμε οικογένεια», μας είπε στις αρχές Ιουνίου, ενώ ζούσε στην πόλη Kazanlak, εν αναμονή των βουλγάρικων ταξιδιωτικών εγγράφων.

Πολλοί άλλοι πρόσφυγες έχουν αποφασίσει να κάνουν το ίδιο ταξίδι. Κατά τους πρώτους οκτώ μήνες του τρέχοντος έτους, η Γερμανία καταχώρησε περίπου 3.850 Σύριους οι οποίοι αρχικά εμφανίζονταν στην βάση δεδομένων δακτυλικών αποτυπωμάτων της ΕΕ για τους αιτούντες άσυλο στη Βουλγαρία, σύμφωνα με το Υπουργείο Εσωτερικών στο Βερολίνο.

Ο Ali ήθελε να πάει στη Γερμανία, εν μέρει επειδή είχε ένα θείο που ήδη ζούσε εκεί. Αλλά το ταξίδι δεν ήταν εύκολο. Πρώτα απ’ όλα, χρειαζόταν τα απαραίτητα έγγραφα από τις βουλγαρικές αρχές -μια διαδικασία, που όπως μας λέει του πήρε οκτώ μήνες.

Η Κρατική Υπηρεσία για τους Πρόσφυγες χορηγεί έγγραφα ασύλου για τρία ή πέντε χρόνια. Ο Ali ήταν τυχερός -του χορηγήθηκε η πενταετής άδεια που του επιτρέπει να ταξιδέψει χωρίς βίζα οπουδήποτε στην ΕΕ.

Ο Αλί Νατζάφ, το ψευδώνυμο που χρησιμοποιείται από το Σύριο πρόσφυγα που βρίσκεται στο επίκεντρο αυτής της ιστορίας, εδώ στη βουλγαρική πόλη Kazanlak νωρίτερα αυτή τη χρονιά

Φωτογραφία: Krasimir Yankov

Οι κανόνες της ΕΕ αποσκοπούν στο να σταματήσουν ανθρώπους που διεκδικούν ή έχουν λάβει άσυλο σε μια χώρα της ΕΕ, από τότε να πάνε να ζήσουν σε άλλη.

Εκείνοι που όπως Ali παίρνουν χαρτιά πρόσφυγα σε ένα κράτος μέλος της ΕΕ, πρέπει να παραμείνουν εκεί. Δεν πρέπει να υποβάλουν εκ νέου αίτηση για άσυλο σε άλλη χώρα της ΕΕ. Αλλά ο Ali αποφάσισε να πάει στη Γερμανία ούτως ή άλλως και να υποβάλει και εκεί αίτηση ασύλου.

Ήταν ανήσυχος από αναφορές των μέσων ενημέρωσης σχετικά με Σύριους οι οποίοι επαναπροωθούνταν στα σύνορα και έτσι δεν είχε αγοράσει κανονικό εισιτήριο από το αεροδρόμιο ή το σταθμό των λεωφορείων. Αντ 'αυτού, πλήρωσε ένα λαθρέμπορο, για τον οποίο ήταν γνωστό πως μετέφερε ανθρώπους από τη Βουλγαρία στη Γερμανία. Αυτός ήταν και ο λόγος του ταξιδιού του στην Αγορά των Κυριών στη Σόφια.

Ο Ali αναγκάστηκε να δανειστεί χρήματα από συγγενείς και φίλους για το ταξίδι του. Το ταξίδι διήρκησε 35 ώρες μέσα σε ένα παλιό, κόκκινο μίνι βαν που μετέφερε οκτώ άτομα και είχε κόστος  235 ευρώ ανά άτομο, συμπεριλαμβανομένων και των λαδωμάτων στα ρουμανικά και στα ουγγρικά σύνορα, μας είπε ο Ali.

«Φοβηθήκαμε πραγματικά στα σύνορα αλλά ο οδηγός χειρίστηκε τα πάντα πολύ σωστά. Απλά του δώσαμε τα χρήματα και αυτός τα παρέδωσε στους συνοριοφύλακες. Χωρίς ερωτήσεις», εξιστόρησε, περιμένοντας το δείπνο σε ένα κέντρο υποδοχής στο Ντόρτμουντ, μια-δυο μέρες μετά την άφιξή τους στη Γερμανία.

Μετά από μια μέρα εκεί, οι Najafs μεταφέρθηκαν στη μικρή πόλη του Eisenhüttenstadt στην ανατολική Γερμανία, όπου θα καλούνταν σε συνέντευξη για τις αιτήσεις ασύλου τους.

Αρχικά, ο Ali είχε σχεδιάσει να πει ότι του είχαν πάρει δακτυλικά αποτυπώματα στη Βουλγαρία, αλλά δεν έλαβε ποτέ οποιαδήποτε έγγραφα. Άλλαξε γνώμη όμως και αποφάσισε να παραδεχτεί πως πέταξε τα βουλγαρικά χαρτιά του στην εθνική οδό. Ήλπιζε πως η ιστορία της σύλληψής του από ισλαμιστές μαχητές θα έπειθε τις γερμανικές αρχές να του δώσουν άσυλο ούτως ή άλλως.

«Θέλω πολιτικό άσυλο, άρα θα είμαι ειλικρινής», μας είπε.

Καλές προθέσεις

Η Aisha Hajjar και ο σύζυγός της, Farid, που προέρχονται από την κατεστραμμένη εμπορική πρωτεύουσα της Συρίας, Χαλέπι, λένε ότι προσπάθησαν, επίσης, να είναι ειλικρινείς, αλλά αυτό δεν τους βοήθησε.

Αυτοί και τα τρία τους παιδιά, ένα αγόρι ηλικίας 12, ένα έφηβο κορίτσι και μια κόρη στα είκοσι της, έφτασαν στη Βουλγαρία λίγο πριν τον Ali τον Οκτώβριο του 2013, ακολουθώντας την ίδια διαδρομή.

Η Aisha, ο Farid και τα δύο μικρότερα παιδιά τους μετέβηκαν στη Γερμανία το Φεβρουάριο, καταχωρήθηκαν στο ίδιο κέντρο του Ντόρτμουντ και στάλθηκαν στην μικρή πόλη Gelnhausen, κοντά στην Φρανκφούρτη. Η Besan, η 21χρονη κόρη τους, έμεινε αρχικά στη Σόφια, καθώς είχε βρει δουλειά εκεί, αλλά ενώθηκε με την οικογένεια τον Απρίλιο.

H ζωή στο Gelnhausen , μια γραφική κωμόπολη με ξύλινα σπίτια με κατάλευκους τοίχους, είναι πολύ καλύτερη συγκρινόμενη με αυτή στη Βουλγαρία, όπου οι αιτούντες άσυλο λαμβάνουν 65 lev (περίπου 33 ευρώ) το μήνα από το κράτος, για όσο διαμένουν στους καταυλισμούς.

Η Aisha και ο Farid Hajjar, πρόσφυγες από τη Συρία οι οποίοι εισήλθαν στην Ευρωπαϊκή Ένωση από τη Βουλγαρία, αλλά τώρα ζουν στο Gelnhausen της Γερμανίας

Φωτογραφία: Krasimir Yankov 

Οι γερμανικές αρχές έχουν παραχωρήσει στην οικογένεια ένα διαμέρισμα δύο υπνοδωματίων σε ένα κτίριο που στεγάζει και άλλους πρόσφυγες. Το κράτος πληρώνει το ενοίκιο και τους δίνει ένα σύνολο περίπου 1.100 ευρώ το μήνα για ψώνια και άλλα έξοδα.

Η Aisha, μια ευγενική γυναίκα στα 40 της, η οποία φοράει μαντίλα και συχνά μιλά για τις αρετές του Ισλάμ, μοιράζει το χρόνο της μεταξύ του μαγειρέματος για την οικογένειά της και την περιήγηση σε θρησκευτικές σελίδες στο Facebook. Ο Zakariya, ο γιος τους, πέρασε το καλοκαίρι μεταξύ του tablet του και της τοπική πισίνα.

Η Besan, η οποία έχει ένα μεταδοτικό γέλιο και απαριθμεί τις ερωτήσεις κατά τη διάρκεια της συζήτησης, γνώρισε έναν νεαρό Σύριο άνδρα που ζήτησε από τον πατέρα της το χέρι της. Ο Farid, ένας ήρεμος άνθρωπος στα 50 του, με γκριζαρισμένα, μέχρι τους ώμους μαλλιά, συμφώνησε.

Μια ντόπια συνταξιούχος είχε ξεκινήσει να επισκέπτεται το σπίτι, προσφέροντας δωρεάν μαθήματα γλώσσας, ενώ αφηγούταν και ιστορίες για τη Γερμανία.

Αλλά μια επιστολή τον Ιούνιο από τη γερμανική Ομοσπονδιακή Υπηρεσία Μετανάστευσης και Προσφύγων ήρθε για να ρίξει σκιές στη νέα τους ζωή. Το αίτημά τους για ασύλο είχε απορριφθεί, δεδομένου ότι είχαν ήδη γίνει δεκτοί στη Βουλγαρία.

Ξόδεψαν πάνω από 1.000 ευρώ σε δικηγορικές αμοιβές, αλλά ούτε αυτό βοήθησε ˙ το δικαστήριο απέρριψε την προσφυγή τους κατά της απόφασης.

«Τώρα μπορούν να μας στείλουν πίσω στη Βουλγαρία, ανά πάσα στιγμή», είπε η Aisha από την κουζίνα του διαμερίσματός τους, παίζοντας αγχωμένη με τα δάκτυλά της.

Στην πραγματικότητα, οι άνθρωποι συχνά αποφεύγουν να σταλούν από τη Γερμανία πίσω στη χώρα όπου αναζήτησαν αρχικά άσυλο. Ένας αριθμός ανάμεσα στα 200 και τα 300 αιτήματα ασύλου απορρίφθηκαν από την περιοχή Gelnhausen κατά το πρώτο εξάμηνο του τρέχοντος έτους. Οι περισσότεροι αιτούντες ενημερώθηκαν πως θα πρέπει να επιστρέψουν στην Ιταλία. Ωστόσο, μόνο ένας έχει πράγματι σταλεί πίσω, σύμφωνα με έναν τοπικό αξιωματούχο.

«Και όταν δύο ή τρία ή τέσσερα, ή 10 ή 20 ή 100 άτομα σταλούν πίσω στην Ιταλία, έρχονται και πάλι -θα επιστρέψουν στη Γερμανία», είπε ένας αξιωματούχος, ο οποίος δέχτηκε να μιλήσει υπό τον όρο της ανωνυμίας. «Στη συνέχεια, η ίδια διαδικασία θα ξεκινήσει από την αρχή».

Πέρυσι, η Γερμανία επαναπροώθησε Σύριους στη Βουλγαρία σε μόλις επτά περιπτώσεις, σύμφωνα με το γερμανικό υπουργείο Εσωτερικών. Οι υποθέσεις αυτές διευθετήθηκαν στα πλαίσια της συμφωνίας του Δουβλίνου (μεταξύ των κρατών της ΕΕ), η οποία καλύπτει τα άτομα που αιτούνται ασύλου σε μια χώρα και στη συνέχεια πηγαίνουν σε μια άλλη.

Η εφαρμογή του μέτρου αυτού δεν είναι συνηθισμένη λόγω νομικών, γραφειοκρατικών και πολιτικών λόγων, σύμφωνα με κάποιους εμπειρογνώμονες σε θέματα μετανάστευσης.

Άνθρωποι όπως ο Ali και η Aisha ανήκουν σε άλλη κατηγορία -τους έχει ήδη χορηγηθεί άσυλο από μια χώρα της ΕΕ και έχουν τη δυνατότητα να μείνουν σε ένα άλλο κράτος μέλος της ΕΕ για διάστημα έως και τρεις μήνες, σαν τουρίστες. Μετά από αυτό το χρονικό διάστημα, η Γερμανία μπορεί να προσπαθήσει να τους επαναπροωθήσει στη Βουλγαρία, αν και πιθανόν να είναι σε θέση να λάβουν νομικά μέτρα για να αποφευχθεί κάτι τέτοιο, υποστηρίζοντας πως σε μια τέτοια περίπτωση, τα ανθρώπινα δικαιώματά τους θα παραβιάζονταν.

Έτσι, οικογένειες όπως του Ali και της Aisha πρέπει να ζουν με την αβεβαιότητα, παράλληλα με το άγχος και τη θλίψη του είναι πρόσφυγες πολέμου μακριά από την πατρίδα τους.

Μετά από ένα μήνα στο Eisenhüttenstadt, ο Ali εξήρε το σεβασμό που έλαβε από τις γερμανικές αρχές, αλλά είπε ότι αισθανόταν πως οι άνθρωποι ήταν πιο ψυχροί από ότι πίσω στην πατρίδα του. Είχε αποφασίσει αναβάλει τα σχέδιά του για σπουδές, ενώ του έλειπε και η κοπέλα του.

«Τώρα θέλω να πάρω το άσυλο και να βρω μια αξιόπιστη δουλειά, ώστε να μπορώ να την φέρω εδώ και να παντρευτούμε. Μετά μπορώ να τελειώσω τις σπουδές μου», είπε σε ένα μήνυμα στο Facebook.

Αλλά ένα πράγμα δεν έχει αλλάξει, η αποφασιστικότητά του να παραμείνει στη Γερμανία, ακόμη και αν η αίτησή του για άσυλο απορριφθεί. «Αυτό είναι το τέρμα του δρόμου», επέμεινε. «Εγώ δεν γυρίζω πίσω».

 

 Το άρθρο αυτό δημιουργήθηκε ως τμήμα του προγράμματος της Βαλκανικής υποτροφίας για Δημοσιογραφική Αριστεία, που υποστηρίζεται από τα Ιδρύματα ERSTE  και Ανοικτής Κοινωνίας, σε συνεργασία με το Βαλκανικό Δίκτυο Ερευνητών Δημοσιογράφων.

Topic

Topic 2014: Generations

This year’s annual topic is Generations. Think of a powerful story that you have always wanted to report, and link it to this theme while crafting your proposal. Remember, it is better to have a strong central idea that is loosely linked to the annual theme than to have a weak idea that is strongly linked to the theme.