МакедонскиБългарскиRomânăSrpskiShqipBosanskiEnglish

Δεσμοί αίματος

Tanja Matic Βελιγράδι, Νόβι Σαντ, Σαράγιεβο και Βερολίνο

Παιδιά κατηγορουμένων για εγκλήματα πολέμου στα Βαλκάνια αποκαλύπτουν πόσο τους επηρέασαν οι κατηγορίες και για ποιους λόγους στέκονται στο πλευρό των πατεράδων τους.

Μια ανοιξιάτικη μέρα, η 26χρονη Biljana έφτασε στο σπίτι των γονιών της στο Βελιγράδι, έτοιμη να μοιραστεί τα συναρπαστικά της νέα με τους γονείς της. Είχε ανακαλύψει πως είναι έγκυος λίγες μέρες νωρίτερα και είχε κρυφά παντρευτεί το αγόρι της.

Αλλά ο πατέρας της, Mico Stanisic, είχε τα δικά του νέα. Εκείνο το πρωινό του Μαρτίου του 2005 το δικαστήριο της Χάγης του ανακοίνωσε ότι κατηγορούνταν για εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας που διαπράχθηκαν κατά τη διάρκεια του πολέμου και ενώ ήταν υπουργός της Αστυνομίας των Σέρβων της Βοσνίας.

«Αυτή ήταν η πιο τραυματική μέρα της ζωής μου», λέει η Biljana.

Εκείνη την ημέρα η Biljana την πέρασε ολόκληρη κλαίγοντας μέσα στο σπίτι, την ώρα που ο πατέρας της περνούσε το πρώτο του βράδυ σε ένα κελί στην Ολλανδία, έχοντας κριθεί ένοχος ως υπεύθυνος για διώξεις, δολοφονίες και βασανιστήρια των σερβικών δυνάμεων σε Μουσουλμάνους και Κροάτες στη Βοσνία και Ερζεγοβίνη το 1992. Σύμφωνα με το εναντίον του τελικό κατηγορητήριο, απέτυχε να αποτρέψει εγκλήματα πολέμου που οδήγησαν σε περισσότερους από 1.700 θανάτους.

Οκτώ χρόνια αργότερα, καταδικάστηκε μαζί με έναν άλλο ανώτερο Σερβοβόσνιο πρώην αξιωματούχο σε 22 χρόνια στη φυλακή για τη συμμετοχή τους σε μια «από κοινού εγκληματική επιχείρηση» για να «αφανίσουν τους Βόσνιους Μουσουλμάνους, τους Κροάτες της Βοσνίας, καθώς και όλους τους άλλους μη Σέρβους από τα εδάφη ενός σχεδιαζόμενου σερβικού κράτους». Ο ίδιος αναμένει το αποτέλεσμα της έφεσης κατά της ετυμηγορίας.

Όπως η Biljana, παιδιά από δεκάδες οικογένειες σε όλα τα Βαλκάνια, είδαν τους πατεράδες τους να κατηγορούνται από το δικαστήριο για φρικαλεότητες που διαπράχθηκαν κατά τη διάρκεια των πολέμων της δεκαετίας του 90’, στους οποίους περισσότεροι από 130.000 άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους, ενώ εκατομμύρια αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τις εστίες τους, καθώς η Γιουγκοσλαβία διαμελίζονταν.

Η Μπίλιανα, κόρη του Μίτσο Στάνισιτς, στο Βελιγράδι. Φωτογραφία τού Μπράνιμιρ Μλιοβάνοβιτς

Φωτογραφία: Μπράνιμιρ Μλιοβάνοβιτς

Πως μπορούν τόσο βαριές κατηγορίες να επηρεάσουν τις ζωές αυτών των παιδιών και να καθορίσουν τον τρόπο που βλέπουν τους πατεράδες τους; Το BIRN προσπάθησε να κάνει μια σειρά από συνεντεύξεις με τα ενήλικα τέκνα περισσότερων από 20 κατηγορουμένων - Σέρβων, Κροατών και Βόσνιων. Οι οικογένειες των πέντε, τρεις Σέρβων και δύο Βόσνιων, συμφώνησαν να μιλήσουν επίσημα με ανοικτά μαγνητόφωνα.

Κάποιες από τις απόψεις τους, αντικατοπτρίζουν ευρύτερα πιστεύω των εθνοτήτων τους. Οι Σέρβοι λένε πως το δικαστήριο είναι προκατειλημμένο εναντίον τους, οι Βόσνιοι λένε ότι έχουν άδικα απαγγελθεί κατηγορίες στα μέλη της κοινότητάς τους και εναντιώνονται με επικριτικό τόνο σε όλες αυτές τις κατηγορίες. Αλλά η ιστορία της κάθε οικογένειας είναι διαφορετική.

Σοκ και δυσπιστία

Η Biljana και η νεότερη αδερφή της, Bojana δεν παρακολούθησαν τη δίκη του πατέρα τους στο Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο για την πρώην Γιουγκοσλαβία -μετά από προτροπή του. «Δεν παρακολουθήσαμε ποτέ τη δίκη, μιας και ο πατέρας μας δεν ήθελε», λέει η Biljana, μια λεπτή, μαυρομάλλα, ντόμπρα απόφοιτος Δημοσιογραφίας που ετοιμάζει το διδακτορικό της. «Μας είπε να κάνουμε το καλύτερο δυνατό με τις ζωές μας και μας απαγόρεψε να χρησιμοποιήσουμε την περίπτωσή του σαν δικαιολογία για οποιαδήποτε προσωπική αποτυχία».

Αλλά η Biljana και η μητέρα της παρακολούθησαν σε video streaming από τη Χάγη, τη μέρα έκδοσης της απόφασης στη δίκη του Stanisic, την 27η Μαρτίου του  2013.

Η Biljana δεν πήρε την ετυμηγορία περισσότερο σοβαρά απ’ όσο θα έπρεπε, γνωρίζοντας ότι δεν ήταν οριστική, καθώς ο πατέρας της θα ασκούσε έφεση. Η μητέρα της όμως λιποθύμησε, παρά το γεγονός ότι ήταν μια πεπειραμένη ψυχοθεραπεύτρια με την φήμη της πιο ατσαλωμένης στην οικογένεια.

Η Bojana, 19 ετών τότε, δεν παρακολούθησε την ετυμηγορία. Η αδελφή της αργότερα την ενημέρωσε για την 22χρονη ποινή φυλάκισης του πατέρα τους. Η πρώτη σκέψη της ήταν ότι η ποινή ήταν μεγαλύτερη από όσο η ίδια είχε ζήσει μέχρι εκείνο το σημείο.

Ο Μίτσο Στάνισιτς, πρώην υπουργός Δημόσιας Τάξης της Σερβικής Δημοκρατίας, γιορτάζει τα 2α γενέθλια της κόρης του Μπόγιανα, τον Οκτώβριο του 1995 Τη φωτογραφία παραχώρησε η οικογένεια Στάνισιτς

Τη φωτογραφία παραχώρησε η οικογένεια Στάνισιτς

Γεννημένη κατά την κορύφωση των εχθροπραξιών στη Βοσνία, το 1993, η Bojana μοιάζει πολύ, φυσιογνωμικά, με τον πατέρα της και έχει μια ιδιαιτέρως στενή σχέση μαζί του. Με ένα συναισθηματικό χαμόγελο, μας περιγράφει τις ώρες που περνούσε καθισμένη στα γόνατά του, ενόσω αυτός βρισκόταν στο κέντρο κράτησης του δικαστηρίου μέχρι και την στιγμή που τα χάδια του την αποκοίμιζαν.

«Στη Χάγη, είναι σα να μιλάνε για έναν άλλο άνθρωπο», λέει, ενώ κάθεται σε μια πολυθρόνα στο διαμέρισμα της αδελφής της. «Αυτά που οι δικαστές τον κατηγορούν πως έκανε σε άλλους ανθρώπους είναι τελείως αντίθετα από όσα μας δίδαξε - Δηλαδή να είμαστε καλοί άνθρωποι».

Κατά έναν ειρωνικό τρόπο, σε ένα κέντρο κράτησης για ανθρώπους που δικάζονται για εθνοτικών κινήτρων εγκλήματα πολέμου, η εθνικότητα δεν αποτελεί εμπόδιο για την ανάπτυξη φιλικών σχέσεων.

«Παρακολουθήσαμε τις ετυμηγορίες και για άλλους ανθρώπους τους οποίους γνωρίσαμε εδώ. Όποια κι αν είναι η εθνικότητά τους, δεν μπορείς παρά να νιώσεις συμπόνια», λέει η Biljana.

Παραμύθια για παιδιά

Τα παιδιά των κατηγορουμένων για εγκλήματα πολέμου, δήλωσαν στο BIRN πως φτιάχνουν παραμύθια για να εξηγήσουν στα δικά τους παιδιά γιατί έχουν έναν παππού στη Χάγη. Τα παιδιά με τη σειρά τους, εμπλουτίζουν αυτές τις ιστορίες με τη φαντασία τους. Στο μυαλό τους, ο παππούς είναι ιδιοκτήτης ενός ξενοδοχείου με παιδότοπο ή έχει μετακομίσει στο εξωτερικό για να μπορεί να ζωγραφίζει χωρίς να τον ενοχλεί κανείς. Κάποια πιστεύουν ότι ο παππούς τους είναι ηθοποιός, δικαστής ή δουλεύει για τον Ολλανδό Βασιλιά.

Ένα μικρό αγόρι στο σαλόνι των επισκεπτών στο κέντρο κράτησης, λατρεύει να παίζει ασταμάτητα με τον αυτόματο πωλητή με τις σοκολάτες, καθώς και να χαιρετάει όλους τους κρατούμενους, συμπεριλαμβανομένου και του «Παππού Μλάντιτς», όπως ο ίδιος αποκαλεί το Σερβοβόσνιο διοικητή του στρατού κατά τη διάρκεια του πολέμου, Ράτκο Μλάντιτς.

Ο πατέρας ως φυγάς

Ενώ ο Stanisic και κάποιοι άλλοι παραδόθηκαν αμέσως μετά την απαγγελία του κατηγορητηρίου, μερικοί ύποπτοι για εγκλήματα πολέμου το έσκασαν. Ανάμεσά τους και ο Goran Hadzic, πρώην πολιτικός ηγέτης των Σέρβων της Κροατίας, ο οποίος χρεώνεται την ευθύνη για δολοφονίες, βασανιστήρια και απελάσεις Κροατών.

Σε ένα οικογενειακό γεύμα τον Ιούλιο του 2004, ο Hadzic αποχώρησε από το δωμάτιο για να μιλήσει στο τηλέφωνο. Επέστρεψε για να ανακοινώσει ότι είχε παραπεμφθεί σε δική, αποχαιρέτησε τους πάντες και μέσα σε περίπου μία ώρα είχε φύγει, θυμάται ο γιος του, Srecko.

«Είπε σε μένα και την αδελφή μου να προσέχουμε, ότι όλα θα είναι εντάξει και από εκείνη τη στιγμή δεν ξανάχα νέα του μέχρι και το 2011, όταν και συνελήφθη», λέει ο Srecko, ένας χαμηλών τόνων 27χρόνος φοιτητικής της Νομικής.

Ο Σρέτσκο με την αδελφή του και τον πατέρα του Γκόραν Χάτζιτς, στο σπίτι τους, στην Κροατία, πριν από τον πόλεμο Τη φωτογραφία παραχώρησε η οικογένεια Χάτζιτς

Τη φωτογραφία παραχώρησε η οικογένεια Χάτζιτς

Καθισμένος στο μπαλκόνι του πατρικού του σπιτιού στη σερβική πόλη του βορρά, Νόβι Σαντ, ο Srecko και η ομιλητική μητέρα του, Zivka θυμούνται τα χρόνια που ο Hadzic ήταν φυγάς.

Μας αφηγούνται ιστορίες με τη μυστική αστυνομία που μεταμφιέστηκαν ως σερβιτόροι στο γάμο της αδελφής του Srecko και τις πρωινές επιδρομές από ένοπλους αστυνομικούς που τους προειδοποίησαν ότι ποτέ δεν θα βρουν δουλειά όσο ο Hadzic ήταν ελεύθερος. Τον Μάρτιο του 2010, απαγορεύτηκε στην οικογένεια η είσοδος σε άλλες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Αλλά ο Srecko μας λέει πως ποτέ δεν ευχήθηκε τη σύλληψη του πατέρα του.

«Σφίξαμε τα δόντια και το ξεπεράσαμε», μας λέει. «Έπρεπε να υποστηρίξω την απόφασή του μιας και είμαι γιος του και έτσι έπρεπε να κάνω».

Ο Srecko και η μητέρα του λένε πως δε γνώριζαν που κρύφτηκε ο Hadzic. Ο τελευταίος από τους 161 κατηγορούμενους του δικαστηρίου, παρέμενε ασύλληπτος, μέχρι που συνελήφθη τελικά στη Fruska Gora, μιαν ορεινή περιοχή περίπου 30 χλμ από το σπίτι της οικογένειας.

Ο Srecko, γιος του κατηγορούμενου στη Χάγη, Goran Hadzic, ψάχνει στις εφημερίδες ιστορίες από τον καιρό που ο πατέρας του ήταν φυγάς

Φωτογραφία: Tanja Matic

Οι εισαγγελείς έχουν περάσει ενάμιση χρόνο ετοιμάζοντας το κατηγορητήριο εναντίον του Hadzic, ο οποίος έχει παραπεμφθεί σε δίκη με 14 σε βάρος του κατηγορίες για εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας και άλλα εγκλήματα πολέμου. Κατηγορείται πως είναι υπεύθυνος για τους θανάτους περισσότερων από 300 ανθρώπων.

Ωστόσο Srecko λέει ότι δεν έχει καμία αμφιβολία ο πατέρας του είναι αθώος. Δεν τον έχει ρωτήσει ποτέ αν είναι αθώος ή ένοχος, μιας και όπως λέει ο ίδιος θεωρεί την ιδέα «παράλογη».

Βοσνία και ισορροπία

Σε ένα μπαρ στη μικρή βοσνιακή πόλη του Visoko, ο Adnan, ένας κυβερνητικός αξιωματούχος γύρω στα 35, λέει ότι έχασε τον καλύτερό του φίλο όταν ο πατέρας του πέθανε το 2010. Ο Adnan θυμάται να περνάνε πολύ χρόνο παίζοντας μπάσκετ ή απλά συζητώντας.

Ο πατέρας του ήταν ο Rasim Delic, διοικητής του Κεντρικού Επιτελείου Στρατού της Βοσνίας και Ερζεγοβίνης. Το 2008, ο Delic αθωώθηκε από την κατηγορία της δολοφονίας, αλλά καταδικάστηκε σε τριετή φυλάκιση για βάναυση μεταχείριση Σερβοβόσνιων κρατούμενων από δυνάμεις που τελούσαν υπό τις εντολές του.

Παρακολουθώντας πίσω από το τζάμι στον ειδικό χώρο που έχουν τα δικαστήρια για το κοινό, την ώρα που ανακοινώνονταν η ετυμηγορία, ο Adnan θυμάται πως έπεσε σε σοκ. Περίμενε να παραλάβει τον πατέρα του μετά την πλήρη αθώωσή του και να γυρίσουν πίσω στη Βοσνία, στο σπίτι τους.

«Είναι ηλίθιο να καταδικάζεις τον αρχηγό του στρατεύματος σε 3 χρόνια φυλάκιση. Θα έπρεπε είτε να αθωωθεί ή να του επιβληθεί πολύ μεγαλύτερη ποινή. 3 χρόνια είναι λες και έκλεψε ποδήλατο στην Ολλανδία». Αυτό θυμάται να σκέφτεται ο Adnan καθώς περιφερόταν χαμένος στους δρόμους της Χάγης.,

Ο Delic πέθανε στο σπίτι την ώρα που γινόταν η εκδίκαση της έφεσης ενάντια στην αρχική απόφαση του δικαστηρίου. Ο Adnan, δικηγόρος ο ίδιος, πίστευε πως θα αθωωνόταν.

«Μακάρι να μπορούσε να ζήσει μέχρι τη στιγμή που θα άκουγε την αθωωτική απόφαση και ας πέθαινε έστω κι ένα λεπτό μετά. Αυτό θα με ελάφρυνε από ένα τεράστιο βάρος», μας λέει.

Μιλάει με πίκρα για το πώς φέρθηκε το βοσνιακό κράτος στην οικογένειά του. Μας είπε πως οι αρχές δεν πρόσφεραν καμία οικονομική ή υλικοτεχνική υποστήριξη κατά τη διάρκεια της δίκης του πατέρα του -σε αντίθεση με την εκτεταμένη βοήθεια που δίνει η σερβική κυβέρνηση στους Σέρβους κατηγορούμενους.

«Το κράτος εγκατέλειψε τον ήρωά του», μας λέει ο Adnan.

Η δυσαρέσκειά του εκτείνεται και στο δικαστήριο για το οποίο πιστεύει πως καταδίκασε τον πατέρα του για να υπάρχει κάποια αίσθηση εθνικής ισορροπίας ανάμεσα στους κατηγορουμένους.

Ο Semir, ένας νεαρός συγγραφέας από το Sarajevo, πιστεύει πως ο πατέρας του, Sefer Halilovic, καταδικάστηκε για τον ίδιο λόγο.

«Όποιος υπέγραψε το κατηγορητήριο στη Χάγη πιθανώς χρειάζονταν να τιμωρήσει έναν υψηλόβαθμο Βόσνιο εκείνη τη στιγμή», λέει. «Πιστεύω απόλυτα ότι η απόφαση είχε να κάνει με τις εθνοτικές ποσοστώσεις».

Ο Sefer Halilovic ήταν ο ιδρυτής του στρατού της Βοσνίας και Ερζεγοβίνης. Η σύζυγός του σκοτώθηκε σε έναν βομβαρδισμό το 1993, αφήνοντας τον Semir και την αδελφή του, να ζουν σε στρατόπεδα κατά τη διάρκεια της εφηβείας τους.

Το 2001, ο Halilovic κατηγορήθηκε για εγκλήματα εναντίον Κροατών σε δύο βοσνιακά χωριά, πριν οκτώ χρόνια. Για την επόμενη τετραετία, ο Semir λέει πως η ζωή τους ήταν σε αναμονή.

«Σταματήσαμε να λειτουργούμε σαν μια κανονική οικογένεια», θυμάται καθώς τρώμε το γεύμα μας σε ένα μπαρ-ρεστοράν στο κέντρο του Sarajevo. «Χαλάσαμε όλες μας τις οικονομίες στην υπεράσπιση του πατέρα μας. Γίναμε πραγματικά μια μικρή ομάδα υπεράσπισής του».

Το Δικαστήριο της Χάγης

Ο Οργανισμός Ηνωμένων Εθνών ίδρυσε το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο για την πρώην Γιουγκοσλαβία (ICTY) το 1993 για να ασχοληθεί με τα εγκλήματα πολέμου που συνέβησαν κατά τη διάρκεια των βαλκανικών συγκρούσεων της δεκαετίας του 1990.

Το δικαστήριο στην ολλανδική πόλη της Χάγης ήταν το πρώτο διεθνές δικαστήριο εγκλημάτων πολέμου μετά από εκείνα της Νυρεμβέργης και του Τόκυο που είχαν στηθεί μετά το Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο.

Το Δικαστήριο έχει απαγγείλει κατηγορίες σε 161 άτομα, μεταξύ των οποίων Πρόεδροι, Πρωθυπουργοί, αρχηγοί του στρατού, υπουργοί Εσωτερικών και πολλοί άλλοι ανώτατοι και ανώτεροι πολιτικοί, στρατιωτικοί και αστυνομικοί ηγέτες.

Το δικαστήριο έχει καταδικάσει 74 άτομα και αθωώσει 18. Είκοσι περιπτώσεις βρίσκονται σε εξέλιξη, συμπεριλαμβανομένων αυτών των πρώην Σερβοβόσνιων ηγετών Ράντοβαν Κάραζιτς και Ράτκο Μλάντιτς καθώς και προσφυγές ενάντια στις αρχικές αποφάσεις.

Το δικαστήριο έχει τη δική του μονάδα κράτησης του σε ένα ολλανδικό συγκρότημα φυλακών στην περιοχή Scheveningen της Χάγης. Η μονάδα ορίζεται σαν κέντρο προφυλάκισης και όχι ως φυλακή, καθώς είναι μόνο για τους κατηγορούμενους των οποίων οι υποθέσεις εξακολουθούν να απασχολούν το δικαστήριο. Αυτή τη στιγμή, φιλοξενεί περίπου 20 κρατούμενους.

Πηγή: Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο για την πρώην Γιουγκοσλαβία

Ο Semir έχει τα ίδια παράπονα με τον Adnan για την στάση του βοσνιακού κράτους. Λέει πως οι δικηγόροι του Halilovic έπρεπε να παρακαλέσουν το δικαστήριο να διατάξει τις βοσνιακές αρχές ώστε να δώσουν τα απαραίτητα για την υπεράσπιση έγγραφα.

«Κάθε φυσιολογικός άνθρωπος θα σας έπαιρνε μια αγκαλιά για να σας παρηγορήσει. Το κράτος, το οποίο μπορεί πράγματι να βοηθήσει, δεν ήθελε», λέει ο Semir, ντυμένος με ένα μοντέρνο t-shirt κάτω από ένα σακάκι με ένα μεταξωτό μαντήλι στην τσέπη του.

Ο Semir αμφιβάλει αν οι ξένοι δικαστές θα μπορούσαν να καταλάβουν τον πόλεμο και αισθάνθηκε πως οι εισαγγελείς δεν ενδιαφέρονταν για να ανακαλύψουν την αλήθεια, παρά μόνο να κερδίσουν υποθέσεις. Όμως, το δικαστήριο αθώωσε τον πατέρα του το 2005 και απέρριψε την δυνατότητα έφεσης κατά της ετυμηγορίας.

Ενοχή και ευθύνη

Ο Milan Koljanin, ερευνητής στο Ινστιτούτο Σύγχρονης Ιστορίας στο Βελιγράδι, έχει περάσει πολλά χρόνια μελετώντας εγκλήματα πολέμου μιας προηγούμενης εποχής, αυτής του Β’ Παγκοσμίου πολέμου και τα εγκλήματα που διαπράχθηκαν στη Σερβία τότε.

Για περισσότερο από μια δεκαετία βοηθάει την Beate Niemann, κόρη του επικεφαλής της Γκεστάπο στο Βελιγράδι, να μάθει περισσότερα για τον πατέρα της.

Ο Koljanin λέει πως ο Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος και οι εχθροπραξίες της δεκαετίας του 1990 δεν μπορούν να συγκριθούν άμεσα σε κλίμακα και τις επιπτώσεις, αλλά η Niemann και τα παιδιά εκείνων που κατηγορούνται στη Χάγη και πάλι εξακολουθούν να μοιράζονται πρακτικά μια κοινή εμπειρία. Έχουν όλοι ζήσει με έναν πατέρα ο οποίος δικάστηκε για εγκλήματα πολέμου.

Πιστεύει ότι το κάθε παιδί σε αυτή τη συνθήκη πρέπει να πάρει χρόνο για να σκεφτεί τι έκανε ο πατέρας του και τι έκρινε το δικαστήριο πως είναι η αλήθεια.

«Είτε το θέλετε είτε όχι, αργά ή γρήγορα, θα πρέπει να πάρετε θέση, μιας και είναι μέρος της προσωπικής και οικογενειακής σας ιστορίας», λέει.

Μια ζεστή μέρα στο Βερολίνο, στη βεράντα του γερμανικού Ιστορικό Μουσείου, τα μάτια της Beate Niemann μοιάζουν έτοιμα να πλημμυρίσουν δάκρυα, καθώς μιλά για τη ζωή της ως κόρη ενός καταδικασμένου εγκληματία πολέμου, του Bruno Sattler.

Ενώ αναζητούσε κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1990 τα έγγραφα που ήλπιζε ότι θα καθαρίσουν το όνομα του πατέρα της, ανακάλυψε ότι το όνομά του εμπλέκονταν σε πολλά και σοβαρά εγκλήματα, συμπεριλαμβανομένης της εντολής για χρήση δηλητηριώδους αερίου το οποίο σκότωσε περίπου 700 με 800 Εβραίους που κρατούνταν στο Staro Sajmiste, στρατόπεδο συγκέντρωσης στο Βελιγράδι.

«Δεν είμαι ένοχη. Δεν νομίζω ότι ένα παιδί μπορεί να κληρονομήσει την ενοχή των γονιών του, αλλά έχω την ευθύνη να ανακαλύψω την αλήθεια σχετικά με τη συμμετοχή της οικογένειάς μου στον πόλεμο και να μιλήσω γι 'αυτό», μας λέει η Niemann.

Η Niemann πιστεύει ότι ακόμη και σε περίπτωση αθώωσης του πατέρα τους, τα παιδιά όσων κατηγορούνται στη Χάγη θα πρέπει να αναζητήσουν μόνα τους την αλήθεια.

«Η ιστορία μου είναι το ζωντανό παράδειγμα», λέει, εξηγώντας ότι ένα δυτικογερμανικό δικαστήριο έκρινε αθώο τον πατέρα της, ενώ πριν είχε καταδικαστεί και φυλακιστεί στην Ανατολική Γερμανία.

Η Niemann λυπάται που δεν είχε αρχίσει τη δική της έρευνα νωρίτερα και ελπίζει ότι τα παιδιά των κατηγορουμένων στην πρώην Γιουγκοσλαβία δεν θα περιμένουν τόσο πολύ.

«Αφού ενηλικιωθούν τα παιδιά θα πρέπει να μαθαίνουν και να ενδιαφέρονται για τις ιστορίες που συνέβαιναν στο εσωτερικό των οικογενειών τους», λέει.

«Το ανακάλυψα σε πολύ μεγάλη ηλικία, μεγαλύτερη από 50 ετών», προσθέτει η Niemann. «Ήταν πολύ αργά, γιατί όλη η ζωή μου ήταν βασισμένη σε ψέματα».

Στην ηλικία των 72, η Niemann εξακολουθεί να ερευνά για τις πράξεις του πατέρα της κατά τη διάρκεια του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου.

Η είσοδος τους συγκροτήματος φυλακών στην περιοχή Scheveningen της Χάγης, το οποίο στεγάζει τη μονάδα κράτησης του ICTY

Φωτογραφία: Jacob Gesink

Ο Vladimir Petrovic, ένας ερευνητής που έχει παρακολουθήσει από κοντά τις διεργασίες του δικαστηρίου της Χάγης, λέει πως δεν εκπλήσσεται από το γεγονός ότι τα παιδιά στη Σερβία επιλέγουν να μην αναρωτηθούν αν οι γονείς τους ήταν υπεύθυνοι για εγκλήματα πολέμου ή όχι.

Ο ίδιος επισημαίνει ότι οι σερβικές αρχές έχουν εδώ και καιρό χαρακτηρίσει τη διαδικασία με τα πιο μελανά χρώματα -αρχικά ως μια «αντι-σερβική Ιερά Εξέταση», στη συνέχεια ως «ένα αναγκαίο κακό» και τίμημα για να γίνει αποδεκτή η χώρα στο διεθνές γίγνεσθαι.

Έρευνες έχουν δείξει πως παρότι οι Σέρβοι δεν είναι καλά ενημερωμένοι σχετικά με το έργο του δικαστηρίου και πάλι εκφράζονται πολύ αρνητικά σε σχέση με αυτό, σημειώνει ο Petrovic. Λέει πως τα δικαστήρια, τα μέσα ενημέρωσης και το εκπαιδευτικό σύστημα έχουν αποτύχει να προσβάλουν τις δημοφιλείς απόψεις για τους πολέμους και τα εγκλήματα πολέμου.

«Αν προσθέσουμε σε όλα αυτά το παραδοσιακό μοντέλο της μη αμφισβήτησης των Αρχών, τόσο την οικογένεια, όσο και το κράτος, φτάνουμε στο σημείο που βρισκόμαστε», λέει ο Petrovic, ο οποίος έχει εργαστεί στο Ινστιτούτο Μελετών Πολέμου, Ολοκαυτώματος και Γενοκτονιών στην Ολλανδία και πλέον εργάζεται στο Ινστιτούτο Σύγχρονης Ιστορίας στο Βελιγράδι.

Η Jovana Mihajlovic -Trbovc, ερευνήτρια στο Ινστιτούτο Ειρήνης, μια μη-κερδοσκοπική οργάνωση στη Σλοβενία, λέει πως έρευνες δείχνουν ότι Σέρβοι, Κροάτες και Βόσνιοι, όλοι τους έχουν την τάση να βλέπουν τους εαυτούς τους ως τα μεγαλύτερα θύματα των πολέμων της δεκαετίας του 1990, γεγονός που καθιστά δύσκολο για οποιονδήποτε να αποδεχθεί ότι οι στρατιώτες των χωρών τους διέπραξαν εγκλήματα πολέμου.

Είναι ακόμη πιο δύσκολο για τα παιδιά εκείνων που χρεώνονται με τέτοια εγκλήματα να συμβιβαστούν με την ιδέα, δεδομένων των στενών τους σχέσεων τους με τους κατηγορουμένους, λέει.

Αναζητώντας απαντήσεις για τη Srebrenica 

Σε αντίθεση με τα παιδιά των άλλων κατηγορουμένων που τους πήραμε συνέντευξη για αυτή την ιστορία, η Maja, μία οδοντίατρος από το Βελιγράδι, ρώτησε ευθέως τον πατέρα της, αν ήταν ένοχος για τις προσαπτόμενες κατηγορίες.

Ο πατέρας της, Radivoje Miletic, ένας στρατηγός του σερβοβοσνιακού στρατού, κατηγορήθηκε για εγκλήματα που σχετίζονταν με την διαβόητη μαζική δολοφονία χιλιάδων μουσουλμάνων ανδρών και αγοριών στη Srebrenica το 1995, για την οποία το δικαστήριο έχει αποφανθεί πως ήταν μια πράξη της γενοκτονίας.

Καθισμένη σε ένα πολυσύχναστο cafe στο πάρκο Sumice στο Βελιγράδι, η Maja χαλάει ένα πακέτο χαρτομάντιλα μέχρι να σταματήσει να κλαίει, καθώς θυμάται ότι το κατηγορητήριο για τον πατέρα της ήρθε λίγο αφότου η μητέρα της είχε διαγνωστεί με καρκίνο.

Η Maja λέει πως το κατηγορητήριο της έφερε στο μυαλό μια ταινία για μια γυναίκα που, όπως ακριβώς και η Beate Niemann, ανακαλύπτει το ναζιστικό παρελθόν του πατέρα της κατά τη διάρκεια του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου. Αλλά καθησυχάζεται όταν ο πατέρας της την διαβεβαιώνει για την αθωότητά του.

«Τον εμπιστεύομαι τυφλά», μας λέει.

Η Maja παρευρέθηκε ακόμα και στη δίκη του πατέρα της, λέγοντας στο δικαστήριο πως ο πατέρας της ήταν παρών στο πάρτι των 18ων γενεθλίων της, στις 10 Ιουλίου, 1995, και ήταν στο σπίτι και την επόμενη, όταν η Srebrenica έπεσε στα χέρια των Σέρβων. Μετά την κατάθεσή της, λιποθύμησε ενώ βρισκόταν στην αίθουσα των μαρτύρων.

Τον Ιούνιο του 2010, βρίσκονταν στη Χάγη και πάλι όταν εκδόθηκε η δικαστική απόφαση. Η Maja ήταν τόσο σίγουρη για την αθωότητα του πατέρα της, που είχε μαζί της και τις 2 κόρες της, ηλικίας 3 ετών και 8 μηνών αντίστοιχα.

«Όταν διάβασαν την ετυμηγορία της ποινής των 19 χρόνων για τον πατέρα μου, ήμουν σίγουρη πως είχε γίνει κάποιο λάθος», λέει, περιγράφοντας την επίδραση της ετυμηγορίας σαν ηλεκτροσόκ.

Ο Miletic κρίθηκε ένοχος για δολοφονίες, διώξεις και απάνθρωπες πράξεις. Άσκησε έφεση κατά της απόφασης, αλλά στις 30 Ιανουαρίου του τρέχοντος έτους, η καταδίκη του επικυρώθηκε και η ποινή φυλάκισής του μειώθηκε μόλις κατά έναν χρόνο.

Η Maja θυμάται να ρωτάει επανειλημμένα τους δικηγόρους του μετά την απόφαση, το 2010: «Πείτε μου ότι στ’ αλήθεια είναι ένοχος. Δώστε μου αποδείξεις ότι ήξερε τι συνέβαινε»!

Όταν οι δικηγόροι την διαβεβαίωσαν πως δεν υπήρχε κανένα αποδεικτικό στοιχείο εναντίον του πατέρα της, μας λέει ότι «εξερράγη».

«Τότε ήθελα να σκοτώσω και τους τρεις, διότι αν δεν υπήρχαν αποδείξεις, γιατί καταδικάστηκε σε 19 χρόνια φυλακή;», λέει.

«Δεν μπορώ να το δεχτώ».

Κατά κάποιο τρόπο, λέει, θα ήταν ευκολότερο αν πίστευε πως ο πατέρας της ήταν ένοχος.

«Θα μπορούσα να ζήσω μ’ αυτό. Αν είσαι ένοχος, το πληρώνεις».

 

 Το άρθρο αυτό δημιουργήθηκε ως τμήμα του προγράμματος της Βαλκανικής υποτροφίας για Δημοσιογραφική Αριστεία, που υποστηρίζεται από τα Ιδρύματα ERSTE  και Ανοικτής Κοινωνίας, σε συνεργασία με το Βαλκανικό Δίκτυο Ερευνητών Δημοσιογράφων.

Topic

Topic 2014: Generations

This year’s annual topic is Generations. Think of a powerful story that you have always wanted to report, and link it to this theme while crafting your proposal. Remember, it is better to have a strong central idea that is loosely linked to the annual theme than to have a weak idea that is strongly linked to the theme.